Οι παλαιοί Πατέρες της μονής της Σιχάστρια διηγούνται την παρακάτω θαυμαστή ιστορία:

Κατά το έτος χίλια εννιακόσια τριάντα, οι αδελφοί της μονής έβοσκαν τα πρόβατά τους μέσα στα ξέφωτα του βουνού από την πλευρά του μικρού μοναστηριού της Σίχλα, όταν ξαφνικά ένας απ’ αυτούς ανακάλυψε ένα μικρό κελάκι κρυμμένο ανάμεσα στα βράχια:

«Ευλογείτε, Πάτερ μου!», είπε ο μοναχός χτυπώντας την πόρτα, αλλά κανείς δεν του αποκρίθηκε. Σπρώχνοντας απαλά, άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα σε μια στενή σπηλιά μαυρισμένη από τον καπνό της φωτιάς και είδε, κατάχαμα, ένα κρεβάτι από κλαδιά ελάτου και στο κέντρο, πάνω σ’ ένα τραπέζι, δύο προσευχητάρια δίπλα στα οποία υπήρχε ένα φύλλο χαρτιού όπου μπορούσε κανείς να διαβάσει:

«Εδώ μέσα κατοικεί το δυστυχισμένο ζώο Δ.Σ.».

«Αν ξέραμε πού θα μπορούσαμε να συναντήσουμε αυτόν τον Πατέρα», είπαν μεταξύ τους οι αδελφοί, «θα του φέρναμε λίγο φαγητό από τη στάνη μας, για να προσεύχεται για μας».

Λίγες μέρες αργότερα, καθώς έπεφτε η νύχτα, έφθασε στη στάνη ένας μοναχός ξένος, που κρατούσε κάτι μέσα στον τορβά του. «Ευλογείτε, αδελφοί», είπε. «Εγώ είμαι το δύστυχο ζώο. Σας είδα όταν μπήκατε μέσα στο κελλί μου. Εγώ ήμουν στο δάσος. Ονομάζομαι ιεροδιάκονος Χριστοφόρος και ανήκω στη μονή του Φραζενί. Είμαι φοιτητής Θεολογίας και το καλοκαίρι ασκούμαι μόνος μου στο όρος της Σίχλα».

«Ο δαίμονας, όμως, δεν σας επιτίθεται όταν προσεύχεσθε;».

«Μα και βέβαια, αδελφοί μου. Υποφέρω πολύ από τους δαίμονες, και κυρίως όταν προσεύχομαι την νύχτα. Μερικές φορές ουρλιάζουν σαν τους λύκους γύρω από το κελί μου. Άλλες φορές πάλι, χτυπάνε την πόρτα, με φωνάζουν με τ’ όνομά μου, μου σβήνουν τη λαμπάδα, μου επιτίθενται με κάθε είδους ακάθαρτες σκέψεις».

«Και πώς τους αντιμετωπίζετε;».

«Με τη νηστεία και με τη βοήθεια του Ψαλτηρίου. Εξ ίσου χρήσιμα μου είναι, οι αγρυπνίες, η ευχή του Ιησού και τα άγια δάκρυα».

«Τι έχετε, πάτερ, στο δισάκι σας;».

«Ε, λοιπόν, αδελφοί μου, κουβαλάω ένα μεγάλο μυστικό! Είναι το κρανίο ενός Αγίου αναχωρητού, του ιερομονάχου Παύλου του ερημίτου. Αγωνίσθηκε για τη σωτηρία του στα μέρη της Σίχλα, κατά τον 18ο αιώνα. Να πώς μου τον εφανέρωσε ο Θεός. Εδώ και έναν μήνα, μιά Κυριακή πρωί, επέστρεφα από το μικρό μοναστήρι της Σίχλα προς το καλύβι μου. Έκανε ζέστη. Ένιωσα την ανάγκη να ξαπλώσω για λίγο. Μόλις εκάθησα με πήρε αμέσως ο ύπνος, όμως μια φωνή επιτακτική με ξύπνησε προστάζοντάς με: “Πάτερ Χριστοφόρε, κάνε εκατό βήματα προς τα δεξιά, και θα βρεις κάτω από ένα έλατο το σώμα μου, του ταπεινού ιερομόναχου Παύλου, του ερημίτου, που υπέμεινε σκληρές δοκιμασίες σ’ αυτά τα δάση. Κάλυψε τα οστά μου με χώμα, και την κάρα μου πάρτην και φύλαγέ την σ’ όλη σου τη ζωή σαν μαρτυρία και σαν ευλογία, και θα αποκομίσεις μεγάλο όφελος”.

Ενόμισα πως ήταν απλώς μια διαβολική φαντασία, γι’ αυτό προσευχήθηκα για λίγο και ξανάπεσα να κοιμηθώ. Πάλι όμως άκουσα την ίδια φωνή, που μου έδωσε την ίδια εντολή.

Άρχισα τότε να προσεύχομαι πιο πολύ και να μετράω συγχρόνως εκατό βήματα προς τα δεξιά. Προφυλαγμένο στο κοίλωμα ενός βράχου βρήκα το σώμα του μακαρίου Παύλου.

Εκεί αναπαυόταν για αιώνες. Τα οστά του ήταν κιτρινωπά και ανέδιδαν μια ωραία ευωδία. Αφού έθαψα τον σκελετό στο ίδιο μέρος, πήρα την κάρα και την κατεφίλησα. Και από τότε την έχω πάντα κοντά μου»!!

Η κάρα του Αγίου ανδρός έμεινε για επτά μέρες στην Εκκλησία της μονής της Σιχάστρια. Όλοι οι Πατέρες την είδαν και την ασπάσθηκαν… Στη συνέχεια, ο π. Χριστοφόρος την έβαλε πάλι στο δισάκι του και ξαναγύρισε στο αγαπημένο του ερημητήριο!!

Πηγή: Μικρό Γεροντικό της Μολδαβίας (Εν Πλω)

dromokirix.gr